Παθολογία παγωμένου ώμου
Ο όρος παγωμένος ώμος θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για την περιγραφή μιας σαφώς καθορισμένης πάθησης που χαρακτηρίζεται από προοδευτικό πόνο και δυσκαμψία. Τα συμπτώματα υποχωρούν συνήθως αυτόματα μετά από 12 έως 18 μήνες περίπου. Η αιτία παραμένει άγνωστη. Η πάθηση αρχίζει συνήθως με μία χρόνια τενοντίτιδα αλλά οι φλεγμονώδεις αλλοιώσεις εξαπλώνονται έτσι ώστε τελικά να προσβάλλουν ολόκληρο τον ώμο. Καθώς η φλεγμονή υποχωρεί ο αρθρικός θύλακος, δηλαδή το περίβλημα της άρθρωσης του ώμου, συρρικνώνεται.
Αίτια
Η αιτία δεν είναι γνωστή και μπορεί να οφείλεται σε μία αυτοάνοση αντίδραση, από τα προϊόντα της τοπικής διάσπασης των ιστών. Αν και συνήθως χαρακτηρίζεται ιδιοπαθής, δηλαδή άγνωστου αιτιολογίας, μία παρόμοια κατάσταση μπορεί να παρατηρηθεί σε ασθενείς μετά από ημιπληγία και έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Κλινική εικόνα & διάγνωση
Ο ασθενής, ο οποίος είναι ηλικίας 40 έως 60 ετών μπορεί να φέρει ένα ιστορικό τραυματισμού που συνήθως είναι ασήμαντος, ο οποίος ακολουθείται από ενοχλήσεις ή πόνο στον ώμο και στο άνω άκρο. Ο πόνος αυξάνει σταθερά σε ένταση και συχνά δεν επιτρέπει στον ασθενή να κοιμηθεί πάνω στο πάσχον πλευρό. Μετά από μερικούς μήνες ο πόνος αρχίζει να υποχωρεί, αλλά στον ίδιο χρόνο η δυσκαμψία προοδευτικά γίνεται εντονότερη και συνεχίζει να επιδεινώνεται για ακόμα 6 έως 12 μήνες μετά την ύφεση του πόνου. Η κινητικότητα του ώμου κατόπιν προοδευτικά επανακτάται, αλλά μπορεί να μην υπάρξει ποτέ πλήρης αποκατάσταση.
Το κύριο σύμπτωμα είναι ο μεγάλος περιορισμός της ενεργητικής και παθητικής κινητικότητας του ώμου. Οι ακτινογραφίες είναι φυσιολογικές εκτός από μία ελαττωμένη οστική πυκνότητα λόγω περιορισμού της χρήσης του άκρου. Το κάθε επώδυνο σύνδρομο δεν είναι απαραίτητα και σύνδρομο παγωμένου ώμου. Η διάγνωση του παγωμένου ώμου είναι κλινική και στηρίζεται σε δύο χαρακτηριστικά ευρήματα
1) επώδυνο περιορισμό της κίνησης σε έναν ώμο με φυσιολογικές ακτινογραφίες και
2) μία φυσική πορεία της νόσου η οποία ακολουθεί τρία στάδια.
Θεραπεία
Η συντηρητική θεραπεία έχει σαν στόχο την ανακούφιση από τον πόνο κατά τη διάρκεια του χρόνου που αναμένεται η αυτόματη αποκατάσταση. Είναι σημαντικό όχι μόνο να χορηγηθούν αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα, αλλά επίσης να δοθεί στον ασθενή η διαβεβαίωση ότι η αποκατάσταση θα επέλθει σίγουρα. Ένα πρόγραμμα ασκήσεων είναι απαραίτητο με πιο σημαντική άσκηση την άσκηση “δίκην εκκρεμούς”,
κατά την οποία ο ασθενής σκύβει μπροστά και κινεί τον βραχίονα σαν να ανακατεύει μία σούπα σε μια μεγάλη κατσαρόλα. Η φυσιοθεραπεία βοηθάει συνήθως αρκετά.
Τα αποτελέσματα της συντηρητικής θεραπείας είναι σχετικά καλά και οι περισσότεροι ασθενείς αποκτούν μία ανώδυνη κινητικότητα του ώμου με λειτουργικό εύρος. Πιο επεμβατικές μέθοδοι είναι οι χειρισμοί του ώμου υπό γενική αναισθησία που συχνά επιταχύνουν την αποκατάσταση ή και η αρθροσκοπική παρέμβαση με ποικίλους τρόπους (λύση συμφύσεων, θυλακοτομές κλπ.).
