Η τενοντίτιδα του υπερακάνθιου είναι ένα επώδυνο σύνδρομο. Θεωρείται ότι οφείλεται στην προστριβή των τενόντων κάτω από το κορακοακρωμιακό τόξο. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα όταν το χέρι κάνει απαγωγή πάνω από 90 μοίρες και στη συνέχεια έσω και έξω στροφή όπως καθαρίζοντας ένα παράθυρο, βάφοντας έναν τοίχο ή γυαλίζοντας μια επίπεδη επιφάνεια. Στο σημείο αυτό το πέταλο των στροφέων μπορεί να συμπιεστεί και να υποστεί φλεγμονή καθώς έρχεται σε επαφή με το πρόσθιο χείλος του ακρωμίου. Αυτή η θέση (απαγωγής, ελαφριάς κάμψης και έσω στροφής) έχει ονομαστεί θέση προστριβής.

Η ελαφρότερη μορφή του συνδρόμου είναι ένας τύπος προστριβής που μπορεί να προκαλέσει μία τοπική φλεγμονώδη αντίδραση και οίδημα (τενοντίτιδα).
Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται φλεγμονή η οποία μπορεί να επιμένει αρκετά. Συχνά όμως και ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς μπορεί να δημιουργηθούν μικρές ρήξεις οι οποίες ακολουθούνται από σχηματισμό ουλής και τέλος επασβεστώσεων του τένοντα, τη λεγόμενη ασβεστοποιό τενοντίτιδα.

Σε ένα νέο ασθενή η διαδικασία της επούλωσης είναι πιο έντονη και κατά συνέπεια η αποκατάσταση είναι πιο γρήγορη παρόλο που συνοδεύεται από σημαντικού βαθμού ενοχλήσεις. Σε έναν ηλικιωμένο ασθενή υπάρχει μεγαλύτερη φθορά, τα συμπτώματα δεν είναι τόσο επώδυνα και η αποκατάσταση είναι βραδύτερη.
Η κλινική εικόνα εξαρτάται από το στάδιο της πάθησης, την ηλικία και την ένταση της επουλωτικής διαδικασίας.
Στις απλές τενοντίτιδες συνήθως ο ασθενής αναφέρει πόνο στην πρόσθια επιφάνεια του ώμου μετά από έντονη και κοπιώδη δραστηριότητα. Ο ώμος φαίνεται φυσιολογικός αλλά είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος και πονάει. Το σύνδρομο του επώδυνου τόξου είναι πολύ συχνό. Σε αυτό έχουμε την εμφάνιση πόνου κατά την έκταση του ώμου συνήθως μεταξύ 60-120 μοιρών. Η επανάληψη της κίνησης με το βραχίονα σε έξω στροφή είναι λιγότερο επώδυνη και εύκολη.

Στις χρόνιες τενοντίτιδες ο ασθενής είναι μεταξύ 40-50 ετών, αναφέρει ιστορικό επαναλαμβανόμενων κρίσεων τενοντίτιδας οι οποίες ανακουφίζονται με ανάπαυση, αντιφλεγμονώδη και επανεμφανίζονται ξανά μόλις επαναληφθούν οι έντονες δραστηριότητες. Χαρακτηριστικά ο πόνος επιδεινώνεται τη νύχτα, ο ασθενής δεν μπορεί να ξαπλώσει στην πάσχουσα πλευρά και συνήθως ανακουφίζεται μόνο όταν σηκωθεί από το κρεβάτι. Ο πόνος και η ελαφρά δυσκαμψία του ώμου μπορεί να απαγορεύσουν ακόμα και τις απλές καθημερινές δραστηριότητες όπως το ντύσιμο και την περιποίηση των μαλλιών. Eνα ενοχλητικό για τον ασθενή σημείο είναι η παραγωγή κριγμού ή ψηλαφητής αναπήδησης πάνω από το τενόντιο πετάλο όταν αυτό περιστρέφεται παθητικά. Αυτό το σημείο μπορεί να οφείλεται σε μία μερική ρήξη, ή σε σημαντικού βαθμού ίνωση του πετάλου.
Το τελικό στάδιο αυτής της παθολογικής διαδικασίας είναι η προοδευτική ρήξη του πετάλου.

 

Διαγνωστικά η απλή ακτινογραφία βοηθάει για τον εντοπισμό των επασβεστώσεων του τένοντα καθώς και της γενικότερης κατάστασης της άρθρωσης και σε περίπτωση που τα συμπτώματα επιμένουν περισσότερο, η χρήση της μαγνητικής τομογραφίας είναι αρκετά χρήσιμη.

Θεραπευτικά στις περιπτώσεις τενοντίτιδας είναι πολύ σημαντική η μείωση της φλεγμονής είτε με τη βοήθεια φαρμάκων είτε με τη βοήθεια της φυσικοθεραπείας και εν συνεχεία η ενδυνάμωση των μυϊκών ομάδων του ώμου. Οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών είναι χρήσιμες, όμως καλό είναι να αποφεύγονται γιατί μακροπρόθεσμα προκαλούν διαταραχή της άρθρωσης (προτιμώνται σε ηλικιωμένους ασθενείς).
Στις περιπτώσεις ασβεστοποιού τενοντίτιδας πολύ σημαντική είναι η βοήθεια των κρουστικών υπερήχων στα πλαίσια της φυσικοθεραπείας.
Στις ρήξεις του υπερακάνθιου η αρθροσκόπηση του ώμου δίνει τη λύση στο πρόβλημα.